Μετάφραση του "temel" σε Ελληνικά
Οι βάση, βασικός, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "temel" σε Ελληνικά.
temel
Noun
adjective
γραμματική
-
βάση
noun feminineGerçekten çok basit, ama size temel hücresel biyoloji bilgileri vermem gerekecek.
Είναι αρκετά απλό στην πραγματικότητα, αν και πρέπει να σου δώσω μια βάση στην κυτταρική βιολογία.
-
βασικός
adjective masculineBirini öldürmeye çalışmanın temel amacını göz önüne alalım.
Υποθέτουμε ότι βασικός στόχος είναι το να προσπαθήσεις να σκοτώσεις κάποιον.
-
θεμέλιο
noun neuterKoca bir romantik jestle pat diye gidemezsin. Önce temel çalışmaları yapmalısın.
Δε μπαίνεις κατ'ευθείαν με μια μεγάλη ρομαντική χειρονομία, μέχρι να βάλεις τα θεμέλια.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- κύριος
- λόγος
- αιτία
- γραμμή βάσης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " temel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Temel
-
Θεμέλιο κατασκευής
Φράσεις παρόμοιες με "temel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Βασικό διάγραμμα Βεν
-
Βασική διαδικασία
-
Βασική πυραμίδα
-
θεμελιώδης αλληλεπίδραση
-
Βασικός τίτλος
-
βασική γλώσσα · εναλλακτική γλώσσα
-
βασική μονάδα · βασικός τόμος
-
βασική οντότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη