Μετάφραση του "ton" σε Ελληνικά
Το πέτρα είναι η μετάφραση του "ton" σε Ελληνικά.
ton
-
πέτρα
noun feminineVaʼun, lokʼ talel jpʼej ton ta vits xchiʼuk la smajbe li yakan ti kʼune, solel toj lilijel ikʼot.
Μια πέτρα που κόπηκε από κάποιο βουνό χτύπησε τα εύθραυστα πόδια και κονιορτοποίησε την εικόνα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη