Μετάφραση του "bos" σε Ελληνικά

Οι δάσος, δρυμός, άλσος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bos" σε Ελληνικά.

bos noun γραμματική
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • δάσος

    noun neuter

    Dan, net toe ons begin wegbeweeg, kom ’n ma en haar kleintjies uit die bos te voorskyn.

    Μετά, καθώς αρχίζουμε να απομακρυνόμαστε, μια μητέρα με τα μικρά της εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το δάσος.

  • δρυμός

    noun masculine
  • άλσος

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θάμνος
    • ξύλο
    • ξυλεία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bos " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bos"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bos" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη