Μετάφραση του "borsel" σε Ελληνικά
Το βούρτσα είναι η μετάφραση του "borsel" σε Ελληνικά.
borsel
-
βούρτσα
noun feminineHy het die steentjies daarna skoongemaak en hulle met ’n ronde, sintetiese borsel opgevryf.
Κατόπιν, καθάρισε και γυάλισε τα κομμάτια με μια κυκλική, συνθετική βούρτσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " borsel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη