Μετάφραση του "stop" σε Ελληνικά

Οι στάση, σταματώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά.

stop
+ Προσθήκη

Αφρικάανς-Ελληνικά λεξικό

  • στάση

    noun feminine

    Verskeie goedgesinde persone in die polisiemag het egter gehelp om die daaropvolgende ondervragings stop te sit.

    Ωστόσο, αρκετοί αστυνομικοί οι οποίοι δείχνουν ευνοϊκή στάση απέναντί μας, βοήθησαν να σταματήσουν οι ανακρίσεις που επακολούθησαν.

  • σταματώ

    verb

    Noudat die verbod amptelik was, het die regering sy pogings verskerp om die predikingswerk stop te sit.

    Με δεδομένη την επίσημη απαγόρευση, η κυβέρνηση αύξησε την πίεση για να σταματήσει το έργο κηρύγματος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stop " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stop" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη