Μετάφραση του "stopsel" σε Ελληνικά
Οι γέμιση, γόμωση, σφράγισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stopsel" σε Ελληνικά.
stopsel
noun
γραμματική
-
γέμιση
noun feminineKlein stukkies lap word as die opstopsel gebruik of word as gelaatstrekke vasgewerk.
Μικρά κομμάτια ύφασμα χρησιμεύουν για γέμιση και για τα χαρακτηριστικά του προσώπου καθώς τα ράβει πάνω στην κούκλα.
-
γόμωση
noun feminine -
σφράγισμα
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " stopsel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη