Μετάφραση του "causa" σε Ελληνικά

Οι αιτία, λόγος, σκοπός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causa" σε Ελληνικά.

causa noun verb feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αιτία

    noun feminine

    Quan observem un efecte, ens adonem que n’hi ha d’haver una causa.

    Όταν παρατηρούμε ένα αποτέλεσμα, αντιλαμβανόμαστε ότι πρέπει να υπάρχει και κάποια αιτία.

  • λόγος

    noun masculine

    Els que neguen l'existència del canvi climàtic diuen que el Sol és la causa principal del canvi climàtic.

    Αυτοί που αρνούνται την κλιματική αλλαγή υποστηρίζουν ότι ο Ήλιος είναι ο κύριος λόγος της αλλαγής του κλίματος.

  • σκοπός

    noun masculine

    Cap més oposició a la nostra justa causa.

    Δεν θα υπάρξει άλλη εναντίωση στον δίκαιο σκοπό μας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υπόθεση
    • Αιτία
    • δικαστική αγωγή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " causa " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "causa" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "causa" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη