Μετάφραση του "causalitat" σε Ελληνικά
Οι αιτιότητα, Αιτιότητα, πρόκληση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "causalitat" σε Ελληνικά.
causalitat
-
αιτιότητα
Noun feminineLa correlació per ella mateixa no prova la causalitat.
Η συσχέτιση από μόνη της δεν αποδεικνύει την αιτιότητα.
-
Αιτιότητα
La correlació per ella mateixa no prova la causalitat.
Η συσχέτιση από μόνη της δεν αποδεικνύει την αιτιότητα.
-
πρόκληση
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " causalitat " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη