Μετάφραση του "potent" σε Ελληνικά
Οι δυνατός, ισκυρός, ισχυρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "potent" σε Ελληνικά.
potent
adjective
masculine
γραμματική
-
δυνατός
adjective masculineEn aquesta època no hi ha res prou potent.
Δεν υπάρχει κάτι τόσο δυνατό αυτήν τη χρονική περίοδο.
-
ισκυρός
-
ισχυρός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " potent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη