Μετάφραση του "rus" σε Ελληνικά

Οι ρωσικά, ρωσικός, Ρωσικά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rus" σε Ελληνικά.

rus adjective noun proper masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρωσικά

    noun neuter

    Ανατολική σλαβική γλώσσα που μιλιέται κυρίως στη Ρωσία και στις τέως σοβιετικές δημοκρατίες.

    D'altres tenen uns pocs residents, una o dues "babushkas", o "babas", que són els termes en rus i ucraïnès per designar una àvia.

    Άλλα έχουν μερικούς κατοίκους, μια-δυο «μπάμπουσκες» ή «μπάμπας» που είναι η ρωσική και ουκρανική λέξη για τη γιαγιά.

  • ρωσικός

    adjective
  • Ρωσικά

    Després de la dissolució de l’antiga Unió Soviètica, vam rebre reconeixement legal a la Federació Russa el 1992.

    Μετά την κατάρρευση της τότε Σοβιετικής Ένωσης, μας δόθηκε νομική αναγνώριση στη Ρωσική Ομοσπονδία το 1992.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρούσικος
    • ρωσική γλώσσα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rus" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη