Μετάφραση του "rusc" σε Ελληνικά

Οι κυψέλη, κηρύθρα, μελίσσι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rusc" σε Ελληνικά.

rusc noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κυψέλη

    noun feminine

    Entrarà al rusc, buscarà un pot de mel buit, i vomitarà, i això és mel.

    Και θα μπει στην κυψέλη, θα βρει ένα άδειο κελί, και θα ξεράσει, κι αυτό είναι το μέλι.

  • κηρύθρα

    noun
  • μελίσσι

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rusc " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rusc
+ Προσθήκη

Καταλανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυψέλη

    He sembrat la desconfiança entre Mary i el Rusc.

    Είχε σπαρθεί δυσπιστία ανάμεσα στη Μαίρη και στην κυψέλη.

Εικόνες με "rusc"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rusc" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη