Μετάφραση του "Censur" σε Ελληνικά
Οι Λογοκρισία, λογοκρισία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Censur" σε Ελληνικά.
Censur
-
Λογοκρισία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Censur " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
censur
-
λογοκρισία
noun feminineFællesskabernes institutioners tjenstlige korrespondance og andre tjenstlige meddelelser må ikke være genstand for censur.
Επίσημη αλληλογραφία και άλλες επίσημες ανακοινώσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων δεν υπόκεινται σε λογοκρισία.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη