Μετάφραση του "cembalo" σε Ελληνικά

Οι τσέμπαλο, Τσέμπαλο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cembalo" σε Ελληνικά.

cembalo
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσέμπαλο

    noun neuter

    Derefter kom cembalo, spinet og virginal.

    Στη συνέχεια εμφανίστηκε το τσέμπαλο, το σπινέτο και το βίρτζιναλ.

  • Τσέμπαλο

    musikinstrument

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cembalo " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cembalo" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη