Μετάφραση του "Enke" σε Ελληνικά

Οι χήρα, χήρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Enke" σε Ελληνικά.

Enke
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χήρα

    noun

    En kvinde, der har mistet sin ægtemand

    Enkens ret til efterladtepension bortfalder, når hun indgår nyt ægteskab.

    Η χήρα που τελεί νέο γάμο παύει να δικαιούται συντάξεως επιζώντων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Enke " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

enke noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χήρα

    noun feminine

    Jeg har på Deres vegne kondoleret hans enke.

    Έχω στείλει, εξ ονόματος του Σώματος, τα συλλυπητήριά μας στη χήρα του.

Φράσεις παρόμοιες με "Enke" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Enke" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη