Μετάφραση του "enighed" σε Ελληνικά
Οι συμφωνία, συναίνεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "enighed" σε Ελληνικά.
enighed
-
συμφωνία
noun feminineDer blev ligeledes nået til enighed om en procedure til afslutning af forhandlingerne om dækningen.
Επετεύχθη επίσης συμφωνία ως προς τη διαδικασία για την ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων σχετικά με το πεδίο κάλυψης.
-
συναίνεση
noun feminineHvis der ikke kan opnås enighed, træffes beslutninger ved særlig afstemning.
Εάν δεν είναι δυνατόν να επιτευχθεί συναίνεση, οι αποφάσεις λαμβάνονται με ειδική ψηφοφορία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " enighed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη