Μετάφραση του "Lods" σε Ελληνικά

Οι Πλοηγός (επάγγελμα), πλοηγός, πιλότος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Lods" σε Ελληνικά.

Lods
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πλοηγός (επάγγελμα)

    ναυτικό επάγγελμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Lods " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

lods noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πλοηγός, πιλότος

Φράσεις παρόμοιες με "Lods" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • lod
    βάρη · βαράκια · βαρίδι · μοίρα · μονάδα βάρους · πεπρωμένο · περίσταση · σταθμά · τύχη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Lods" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη