Μετάφραση του "lod" σε Ελληνικά
Οι βαρίδι, σταθμά, βάρη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "lod" σε Ελληνικά.
lod
noun
verb
common
neuter
γραμματική
-
βαρίδι
neuter -
σταθμά
noun neuterNaar disse lodder bruges til kontrol af vejeinstrumenter og lodder , kaldes de normallodder .
Σταθμά χρησιμοποιούμενα στον έλεγχο των οργάνων ζυγίσεως και των σταθμών, καλούνται πρότυπα σταθμά.
-
βάρη
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- βαράκια
- μοίρα
- μονάδα βάρους
- πεπρωμένο
- περίσταση
- τύχη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " lod " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "lod"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη