Μετάφραση του "Pengeseddel" σε Ελληνικά
Οι χαρτονόμισμα, χαρτονόμισμα, τραπεζογραμμάτιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Pengeseddel" σε Ελληνικά.
-
χαρτονόμισμα
nounμορφή φυσικού νομίσματος από χαρτί (ή σπάνια από συνθετικό υλικό)
I alle eurolandene er det først og fremmest via pengeautomaterne, at forbrugerne får fat i pengesedler.
Σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης αποτελούν τη βασική πηγή εφοδιασμού των καταναλωτών με χαρτονομίσματα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Pengeseddel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
χαρτονόμισμα
noun neuterI alle eurolandene er det først og fremmest via pengeautomaterne, at forbrugerne får fat i pengesedler.
Σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη τα μηχανήματα αυτόματης ανάληψης αποτελούν τη βασική πηγή εφοδιασμού των καταναλωτών με χαρτονομίσματα.
-
τραπεζογραμμάτιο
noun neuterI Tyskland er der for eksempel en pengeseddel på 1 000 DEM i omløb.
Στη Γερμανία κυκλοφορεί, για παράδειγμα, τραπεζογραμμάτιο 1000 DM.