Μετάφραση του "Seksualitet" σε Ελληνικά
Οι Σεξουαλικότητα, ανθρώπινη σεξουαλικότητα, σεξουαλικότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Seksualitet" σε Ελληνικά.
Seksualitet
-
Σεξουαλικότητα
-
ανθρώπινη σεξουαλικότητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Seksualitet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
seksualitet
noun
common
γραμματική
-
σεξουαλικότητα
noun feminineDet må være pinefuldt at være født med en forbudt seksualitet.
Να γεννιέσαι με μια απαγορευμένη σεξουαλικότητα, μάλλον είναι αγχωτικό.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη