Μετάφραση του "seksuel" σε Ελληνικά

Οι σεξουαλικός, γεννητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seksuel" σε Ελληνικά.

seksuel adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σεξουαλικός

    adjective

    Alle former for seksuel udnyttelse, som sexturisme eller misbrug af børn, afvises klart og utvetydigt.

    Όλες οι μορφές σεξουαλικής εκμετάλλευσης, όπως ο σεξουαλικός τουρισμός ή η παιδεραστία, καταδικάζονται σαφώς και κατηγορηματικώς.

  • γεννητικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seksuel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "seksuel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seksuel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη