Μετάφραση του "abonnement" σε Ελληνικά

Οι συνδρομή, εγγραφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abonnement" σε Ελληνικά.

abonnement noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνδρομή

    noun feminine

    Skal jeg forny dit abonnement på Barely Legal?

    Θέλεις να ανανεώσω ην συνδρομή σου στο " μετά βίας ενήλικες "?

  • εγγραφή

    noun

    Når abonnementet er tegnet bliver ERL-licensen tildelt kunderne for bestandigt, forudsat at de betaler det relevante gebyr.

    Με την εγγραφή, η ERL χορηγείται στους πελάτες επ’ αόριστον, εφόσον καταβάλλουν το ανάλογο τέλος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abonnement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "abonnement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abonnement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη