Μετάφραση του "abonnere" σε Ελληνικά

Οι εγγράφομαι, εγγραφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "abonnere" σε Ελληνικά.

abonnere verb γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εγγράφομαι

    Verb
  • εγγραφή

    noun

    Praksis, som forudsætter stiltiende samtykke fra den erhvervsdrivende til at købe et produkt eller abonnere på en ydelse.

    Πρακτικές που περιλαμβάνουν τη σιωπηρή συγκατάθεση του επαγγελματία στην απόκτηση συγκεκριμένου προϊόντος ή την εγγραφή σε συγκεκριμένη υπηρεσία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " abonnere " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "abonnere" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη