Μετάφραση του "ansat" σε Ελληνικά

Το υπάλληλος είναι η μετάφραση του "ansat" σε Ελληνικά.

ansat adjective verb γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάλληλος

    noun common

    Hvis den midlertidigt ansatte ikke har udvist tilfredsstillende faglige kvalifikationer til at fortsaette i stillingen, afskediges han.

    Ο έκτακτος υπάλληλος ο οποίος δεν επιδεικνύει επαρκή προσόντα για να διατηρηθεί στη θέση του απολύεται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ansat " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "ansat" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ansat" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη