Μετάφραση του "anseelse" σε Ελληνικά

Οι φήμη, υπόληψη, θέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "anseelse" σε Ελληνικά.

anseelse noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φήμη

    noun feminine

    Produkter med denne betegnelses anseelse beror på, at de kommer fra det angivne område.

    Η φήμη στηρίζεται στο γεγονός ότι τα προϊόντα προέρχονται από τη συγκεκριμένη περιοχή.

  • υπόληψη

    noun feminine

    Det er sager som denne, der svækker Unionens anseelse blandt borgerne.

    Υποθέσεις σαν αυτήν μειώνουν την υπόληψη της Ένωσης στους πολίτες.

  • θέση

    noun feminine

    Så du vil bruge det her til at rette op på din anseelse?

    Άρα θα το χρησιμοποιήσεις αυτό για να ισχυροποιήσεις ξανά τη θέση σου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " anseelse " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "anseelse" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη