Μετάφραση του "bitumen" σε Ελληνικά

Οι πίσσα, (ορυκτή) άσφαλτος, άσφαλτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bitumen" σε Ελληνικά.

bitumen
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίσσα

    noun feminine

    Maskiner til blanding af mineralske produkter med bitumen

    Μηχανές για την ανάμειξη ορυκτών υλών με πίσσα

  • (ορυκτή) άσφαλτος

  • άσφαλτος

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bitumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Bitumen
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άσφαλτος

    Bitumen og bituminøse bindemidler — Rammespecifikation for bituminøse cutbackbindemidler og fluxede bituminøse bindemidler

    Άσφαλτος και ασφαλτικά συνδετικά — Πλαίσιο προδιαγραφών για διαλύματα και ρευστοποιημένα συνδετικά ασφαλτικών

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bitumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη