Μετάφραση του "bivirkning" σε Ελληνικά
Το παρενέργεια είναι η μετάφραση του "bivirkning" σε Ελληνικά.
bivirkning
-
παρενέργεια
noun feminineSå vidt jeg ved, er hallucinationer ikke en bivirkning af Adreno.
Απ'όσο θυμάμαι, οι παραισθήσεις δεν ήταν παρενέργεια του Αδρένο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bivirkning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη