Μετάφραση του "dosering" σε Ελληνικά

Οι δοσολογία, δόση, δοσομέτρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dosering" σε Ελληνικά.

dosering
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δοσολογία

    Som følge heraf kan dosering, anvendelse og advarsler også være forskellige.

    Ως εκ τούτου, η δοσολογία, οι χρήσεις και οι προειδοποιήσεις ενδέχεται επίσης να διαφέρουν.

  • δόση

    noun feminine

    Testen skal udføres i et omfang, der svarer til den største dosering, for hvilken der søges om godkendelse.

    Η δοκιμή πρέπει να διεξάγεται με δόσεις αντίστοιχες στη μεγαλύτερη εγκεκριμένη δόση εφαρμογής για την οποία ζητείται έγκριση.

  • δοσομέτρηση

    Med regelmæssige mellemrum kontrolleres det, at dosering og rotationshastighed ligger inden for de angivne grænser.

    Ανά τακτά διαστήματα εξακριβώνεται ότι η δοσομέτρηση και οι ταχύτητες περιστροφής περικλείονται εντός των απαιτούμενων ορίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dosering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dosering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη