Μετάφραση του "hyppig" σε Ελληνικά

Οι συχνός, συχνά, συχνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hyppig" σε Ελληνικά.

hyppig
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • συχνός

    adjective masculine

    Det giver ikke mulighed for en hyppig revurdering og går imod den målsætning, som jeg lige har anført.

    Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει την συχνή επαναξιολόγηση, και είναι ενάντια προς τον σκοπό τον οποίο μόλις υπέδειξα.

  • συχνά

    adverb

    Det giver ikke mulighed for en hyppig revurdering og går imod den målsætning, som jeg lige har anført.

    Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει την συχνή επαναξιολόγηση, και είναι ενάντια προς τον σκοπό τον οποίο μόλις υπέδειξα.

  • συχνή

    adjective feminine

    Det giver ikke mulighed for en hyppig revurdering og går imod den målsætning, som jeg lige har anført.

    Το γεγονός αυτό δεν επιτρέπει την συχνή επαναξιολόγηση, και είναι ενάντια προς τον σκοπό τον οποίο μόλις υπέδειξα.

  • συχνό

    adjective neuter

    Mange midler overføres til infrastrukturområder, og det er som nævnt en hyppig fejl.

    Πολλά κονδύλια δαπανώνται στον τομέα της υποδομής και αυτό αποτελεί επίσης συχνό λάθος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " hyppig " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "hyppig" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη