Μετάφραση του "hyppighed" σε Ελληνικά
Οι συχνότητα, ποσοστό, αναλογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "hyppighed" σε Ελληνικά.
hyppighed
noun
common
γραμματική
-
συχνότητα
noun feminineDen normale hyppighed af sådan efterprøvning er én gang hvert andet år.
Η συνήθης συχνότητα αυτών των επαληθεύσεων είναι κάθε δύο χρόνια.
-
ποσοστό
nounEn fornyet gennemgang af nævnte direktiv har bekræftet, at hyppigheden af større uheld er forblevet stabil.
Από την επανεξέταση της συγκεκριμένης οδηγίας επιβεβαιώθηκε ότι το ποσοστό των μεγάλων ατυχημάτων έχει παραμείνει σταθερό.
-
αναλογία
noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρυθμός
- ταχύτητα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " hyppighed " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη