Μετάφραση του "indviklet" σε Ελληνικά

Το περίπλοκος είναι η μετάφραση του "indviklet" σε Ελληνικά.

indviklet
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περίπλοκος

    adjective masculine

    Bestræbelserne på at imødekomme eksportørernes behov har gjort, at ordningen er blevet mere indviklet og besværlig at håndtere.

    Το καθεστώς, προκειμένου να διευκολύνει τους εξαγωγείς να ανταποκρίνονται στις ανάγκες τους, κατέστη πιο περίπλοκο και επαχθές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indviklet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indviklet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη