Μετάφραση του "indviklethed" σε Ελληνικά

Το περιπλοκή είναι η μετάφραση του "indviklethed" σε Ελληνικά.

indviklethed
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιπλοκή

    noun feminine

    Det er tekstens indviklethed, bilagenes måde at være konstrueret på osv., der gør det helt utilgængeligt.

    Είναι η περιπλοκή του κειμένου, η δομή των παραρτημάτων κτλ. που κάνουν το σύνολο απλησίαστο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " indviklethed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "indviklethed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη