Μετάφραση του "kogsalt" σε Ελληνικά

Οι αλάτι, επιτραπέζιο αλάτι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "kogsalt" σε Ελληνικά.

kogsalt
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αλάτι

    noun neuter
  • επιτραπέζιο αλάτι

    noun

    - nedsat natrium- eller saltindhold eller natrium- eller saltfri (kogsalt, bordsalt)

    - τη μειωμένη ή μηδενική περιεκτικότητα σε νάτριο ή αλάτι (χλωριούχο νάτριο, επιτραπέζιο αλάτι),

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " kogsalt " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "kogsalt" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη