Μετάφραση του "monopol" σε Ελληνικά

Οι μονοπώλιο, Μονοπώλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monopol" σε Ελληνικά.

monopol noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονοπώλιο

    noun neuter

    Har man kun én, har man ikke noget marked, men et monopol.

    Aν έχει μόνο μια αγορά, τότε δεν έχει μία αγορά, αλλά ένα μονοπώλιο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monopol " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Monopol
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μονοπώλιο

Φράσεις παρόμοιες με "monopol" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monopol" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη