Μετάφραση του "monoton" σε Ελληνικά

Οι μονότονος, ανιαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "monoton" σε Ελληνικά.

monoton adjective γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μονότονος

    adjective

    Hun lærte hurtigt at tale, men brugte så få ord som muligt og talte meget monotont.

    Έμαθε να μιλάει όταν ήταν πολύ μικρή, αλλά χρησιμοποιούσε όσο το δυνατόν λιγότερες λέξεις και μιλούσε μονότονα.

  • ανιαρός

    adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " monoton " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "monoton" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη