Μετάφραση του "munk" σε Ελληνικά

Οι μοναχός, καλόγερος, Μοναχός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "munk" σε Ελληνικά.

munk noun common w γραμματική

Munk (spurv)

+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μοναχός

    noun masculine

    θρησκευτική ενασχόληση

    Buddhistiske munke har længe været ofre for en særlig form for forfølgelse.

    Οι βουδιστές μοναχοί υπήρξαν από μακρού στόχος ενός ειδικού είδους διώξεων.

  • καλόγερος

    noun masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " munk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Munk
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Μοναχός

  • Σικαλλία

Εικόνες με "munk"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "munk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη