Μετάφραση του "pine" σε Ελληνικά

Οι πόνος, λύπη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "pine" σε Ελληνικά.

pine verb noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πόνος

    noun masculine

    Sorgen over hans hustrus død blev en stadig større pine.

    Ο πόνος του θανάτου της γυναίκας του... γινόταν όλο και μεγαλύτερος.

  • λύπη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " pine " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "pine"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "pine" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη