Μετάφραση του "propel" σε Ελληνικά

Οι έλικας, προπέλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propel" σε Ελληνικά.

propel noun common γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • έλικας

    noun masculine
  • προπέλα

    noun feminine

    Det burde give os nok fart til at dreje propellen og få strøm.

    Θα μας δώσει αρκετή ταχύτητα για να γυρίσει η προπέλα και να έχουμε ρεύμα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " propel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "propel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη