Μετάφραση του "propen" σε Ελληνικά
Οι προπένιο, Προπένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "propen" σε Ελληνικά.
propen
-
προπένιο
noun neuterUmættede acycliske karbonhydrider (undtagen ethylen, propen, buten, buta-1,3-dien og isopren)
Ακόρεστοι άκυκλοι υδρογονάνθρακες (δεν συμπεριλαμβάνονται το αιθυλένιο, το προπένιο, το βουτένιο, το βουτα-1,3-διένιο και το ισοπρένιο)
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " propen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Propen
-
Προπένιο
kemisk forbindelse
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη