Μετάφραση του "regel" σε Ελληνικά
Οι κανόνας, σύμβαση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regel" σε Ελληνικά.
regel
noun
common
γραμματική
-
κανόνας
noun masculineEthvert samarbejde og enhver faelles organisation er undergivet de i dette direktiv fastsatte regler.
Κάθε συνεργασία ή κοινή οργανωτική δομή πρέπει να τηρεί τους κανόνες που θεσπίζονται με την παρούσα οδηγία.
-
σύμβαση
nounDe nærmere regler for sikkerhedsstillelsen er anført i udbudsmaterialet og gentages eventuelt i kontrakten.
Ο τρόπος σύστασης της ανωτέρω εγγύησης θα καθορισθεί στη συγγραφή υποχρεώσεων και θα αναφέρεται ενδεχομένως στη σύμβαση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " regel " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "regel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανόνες χειρισμού κλήσεων
-
Γρήγοροι κανόνες
-
κοινή συμφωνία
-
συμβατότητα · συμμόρφωση
-
ανθρώπινος κανόνας
-
κατά κανόνας · σαν γενικός κανόνας · συνήθως
-
καθολικός κανόνας
-
κανονισμός · ρύθμιση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη