Μετάφραση του "regler" σε Ελληνικά
Οι κανονισμός, ρύθμιση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regler" σε Ελληνικά.
regler
noun
common
γραμματική
-
κανονισμός
noun masculineFungerende, gældende nationale regler om beskyttelse af ikkerygere skal kunne fastholdes.
Οι λειτουργικοί, υφιστάμενοι εθνικοί κανονισμοί στον τομέα της προστασίας των μη καπνιστών πρέπει να μπορέσουν να διατηρηθούν.
-
ρύθμιση
noun feminineDer er behov for en ensartet regel, så borgerne ikke støder på disse vanskeligheder.
Προκειμένου να αποφεύγονται οι δυσχέρειες αυτές που αντιμετωπίζουν οι πολίτες, είναι αναγκαία ενιαία ρύθμιση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " regler " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "regler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κανόνες χειρισμού κλήσεων
-
Γρήγοροι κανόνες
-
κοινή συμφωνία
-
συμβατότητα · συμμόρφωση
-
ανθρώπινος κανόνας
-
κατά κανόνας · σαν γενικός κανόνας · συνήθως
-
καθολικός κανόνας
-
κανόνας · σύμβαση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη