Μετάφραση του "rum" σε Ελληνικά
Οι δωμάτιο, χώρος, διάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rum" σε Ελληνικά.
rum
noun
adjective
verb
neuter
γραμματική
-
δωμάτιο
noun neuterJeg ser en fremtid uden for det her rum.
Βλέπω ένα μέλλον έξω από αυτό το δωμάτιο.
-
χώρος
noun masculineHovedgeneratorstation er det rum, hvor den elektriske hovedenergikilde findes.
Κύριος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο χώρος στον οποίο ευρίσκεται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.
-
διάστημα
noun neuter
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- Χώρος
- χώρισμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαστημικά απόβλητα
-
στρατιωτικοποίηση του διαστήματος
-
κοινωνικός χώρος
-
μεταγενέστερη εντολή (διαταγή)
-
Διάστημα
-
διάστημα · χώρος
-
κυριότητα στο διάστημα
-
εσωτερικός χώρος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη