Μετάφραση του "rummet" σε Ελληνικά

Οι χώρος, διάστημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rummet" σε Ελληνικά.

rummet noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • χώρος

    noun masculine

    Hovedgeneratorstation er det rum, hvor den elektriske hovedenergikilde findes.

    Κύριος σταθμός ηλεκτρικής ενέργειας είναι ο χώρος στον οποίο ευρίσκεται η κύρια πηγή ηλεκτρικής ενέργειας.

  • διάστημα

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rummet " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rummet" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rummet" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη