Μετάφραση του "senest" σε Ελληνικά

Οι πρόσφατος, τελευταίος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "senest" σε Ελληνικά.

senest adjective
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρόσφατος

    adjective masculine

    I de senere år er der også sket en vis stabilisering af industriens forbrug af mineraler og malme.

    Κατά τα πρόσφατα χρόνια, υπήρξε επίσης κάποια σταθεροποίηση της βιομηχανικής κατανάλωσης ορυκτών και μεταλλευμάτων.

  • τελευταίος

    adjective masculine

    Denne fakturerer senere sin leverandoer for udgifterne til arrangementet.

    Ο τελευταίος αυτός χρεώνει εκ των υστέρων τον προμηθευτή του για το κόστος της ενέργειας .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " senest " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "senest" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • σύνδεση με καθυστέρηση
  • καμπύλη όψιμης κορύφωσης
  • σκοινί · τένοντας · τένων
  • αργά
  • sen
    αργά · τέλη
  • ύστατη ημερομηνία έναρξης
  • Τένοντας
  • πρόσφατα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "senest" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη