Μετάφραση του "seng" σε Ελληνικά

Οι κρεβάτι, κοίτη, ευνή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "seng" σε Ελληνικά.

seng noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεβάτι

    noun neuter

    møbel [..]

    Villani vil arrestere dem derhjemme, efter de er gået i seng.

    Villani θέλει να αρθεί στο σπίτι αφού έχουν πάει στο κρεβάτι.

  • κοίτη

    noun feminine

    Dette projekt omfatter etablering af en samlekloakledning, regulering af vandløbets seng og rensning af såvel industrispildevand som byspildevand.

    Τα έργα περιλαμβάνουν την κατασκευή ενός συλλεκτήριου αγωγού, την διαρρύθμιση της κοίτης και την επεξεργασία των διατιθέμενων λυμάτων, τόσο των βιομηχανικών όσο και των αστικών.

  • ευνή

    noun feminine
  • κλίνη

    noun feminine

    De har ingen seng og kan ikke gå i bad.

    Αυτοί δεν έχουν την κατάλληλη κλίνη, δεν μπορούν ντους ή βουρτσίζουν τα δόντια τους.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " seng " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "seng"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "seng" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη