Μετάφραση του "sikring" σε Ελληνικά

Οι ασφάλεια, ρεύμα, τηκτασφάλεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sikring" σε Ελληνικά.

sikring noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασφάλεια

    noun feminine
  • ρεύμα

    noun
  • τηκτασφάλεια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sikring " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "sikring"

Φράσεις παρόμοιες με "sikring" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sikring" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη