Μετάφραση του "sild" σε Ελληνικά

Οι ρέγγα, ρέγκα, γκόμενα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "sild" σε Ελληνικά.

sild noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ρέγγα

    noun feminine

    Særlige betingelser for fiskeri efter sild i Nordsøen

    Ειδικοί όροι για τη ρέγγα της Βόρειας Θάλασσας

  • ρέγκα

    noun feminine

    Råvaren sild udgør et område, der påkalder sig særlig interesse.

    Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί η ρέγκα.

  • γκόμενα

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " sild " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Sild
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ρέγγα

  • Συλτ

Εικόνες με "sild"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "sild" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη