Μετάφραση του "stemme" σε Ελληνικά

Οι φωνή, ψηφίζω, λόγος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "stemme" σε Ελληνικά.

stemme verb noun common w γραμματική
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φωνή

    noun feminine

    Ικανότητα παραγωγής ήχου και μελωδίας μέσω των φωνητικών χορδών.

    Tom har en blød stemme.

    Ο Τομ έχει απαλή φωνή.

  • ψηφίζω

    verb

    De har arbejdet flittigt, og vi bør stemme flittigt.

    Εκείνοι εργάζονται με μεγάλη ευσυνειδησία έτσι και εμείς θα πρέπει να ψηφίσουμε επίσης με μεγάλη ευσυνειδησία!

  • λόγος

    noun masculine

    Vi har på denne baggrund ikke kunnet stemme for den foreliggende betænkning.

    Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο καταψηφίσαμε την έκθεση.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ψήφος
    • λαλιά
    • ψηφοφόροι
    • εκλέγω
    • εκφορά ήχου
    • μιλιά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " stemme " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "stemme" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "stemme" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη