Μετάφραση του "tidsfrist" σε Ελληνικά

Το προθεσμία είναι η μετάφραση του "tidsfrist" σε Ελληνικά.

tidsfrist
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προθεσμία

    noun feminine

    Aftaleparterne skal følgelig betale inden en på forhånd fastlagt tidsfrist.

    Κατά συνέπεια, οι αντισυμβαλλόμενοι απαιτείται να προβούν στην καταβολή του ποσού εντός προκαθορισμένης προθεσμίας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tidsfrist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tidsfrist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη