Μετάφραση του "tidskrift" σε Ελληνικά

Οι εφημερίδα, περιοδικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tidskrift" σε Ελληνικά.

tidskrift
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφημερίδα

    noun feminine
  • περιοδικό

    noun neuter

    Der er akademiske tidsskrifter som "Trials" open access tidskrift,

    Υπάρχουν ακαδημαϊκά περιοδικά όπως το ''Trials,'' το περιοδικό ανοικτής πρόσβασης,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tidskrift " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tidskrift" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη