Μετάφραση του "tidsperiode" σε Ελληνικά

Οι διάρκεια, χρονική διάρκεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "tidsperiode" σε Ελληνικά.

tidsperiode
+ Προσθήκη

Δανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάρκεια

    noun feminine
  • χρονική διάρκεια

    noun

    Det tidsmæssige omfang definerer den tidsperiode, der dækkes af ressourceindholdet.

    Η χρονική έκταση ορίζει την χρονική διάρκεια που καλύπτει το περιεχόμενο του πόρου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " tidsperiode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "tidsperiode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη